Η ΕΕ εισήγαγε το 2019 το νομοθετικό πακέτο “European Green Deal” με βασικούς σκοπούς, τη μείωση των αερίων θερμοκηπίου κατά 55% το 2030 (σε σύγκριση με το 1990) και την επίτευξη μηδενικού αποτυπώματος άνθρακα το 2050, οι οποίοι είναι πλέον νομικά δεσμευτικοί για τα κράτη-μέλη (EU Climate Law 2021). Το πακέτο περιλαμβάνει τη νομοθεσία Εmission Trading System / ETS (για παραγωγικές επιχειρήσεις εντός ΕΕ) και Carbon Border Adjustment Mechanism / CBAM (για τις επιχειρήσεις εκτός ΕΕ, οι οποίες εξάγουν συγκεκριμένα, καταρχήν, προϊόντα στην ΕΕ).
Ο μηχανισμός ΕTS προβλέπει (σε γενικές γραμμές) ότι οι παραγωγοί συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων εντός ΕΕ, πληρώνουν για τις εκπομπές άνθρακα που προκαλούν, με σκοπό την στροφή τους προς επενδύσεις καθαρών τεχνολογιών. Στην παρούσα φάση, οι ενεργοβόρες εταιρείες λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα ρύπανσης (μέχρι κάποιου ορίου, προκειμένου να μπορούν τιμολογιακά να ανταπεξέλθουν στο διεθνή ανταγωνισμό) και εφόσον χρειαστούν περισσότερα (κατά τη παραγωγική διαδικασία) μπορούν να τα εξασφαλίσουν μέσω αγοραπωλησιών[1].
Η ΕΕ προκειμένου να αντιμετωπίσει φαινόμενα διαρροής άνθρακα (εταιρείες που μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός ΕΕ για να αποφύγουν το ETS, αλλά εξάγουν προϊόντα στην ΕΕ σε τιμή που, βέβαια, δεν ενσωματώνει κόστος ανθρακικού αποτυπώματος) υλοποιεί το μηχανισμό CBAM, ο οποίος αναπροσαρμόζει προς τα πάνω την τιμή του εισαγόμενου προϊόντος, στα σύνορα, ανάλογα με την ποσότητα αποτυπώματος άνθρακα που φέρει, επιτυγχάνοντας ισονομία μεταξύ παραγωγών εντός και εκτός ΕΕ. O υπολογισμός κόστους ανθρακικού αποτυπώματος είναι πολύπλοκος, βασίζεται κυρίως στο βαθμό εντάσεως χρήσης άνθρακα κατά την παραγωγική διαδικασία και προβλέπει μείωση του καταβαλλόμενου ποσού, αν η χώρα (από την οποία προέρχονται οι εισαγωγές) εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης ανθρακικού αποτυπώματος, ενώ σε περίπτωση που αυτό δεν υφίσταται, τότε η τιμή θα υπολογίζεται βάσει (της υψηλότερης τιμής) του ETS.
O μηχανισμός CBAM, σύμφωνα με την Commission, δεν αποτελεί φόρο, αφορά σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών (και δεν στοχεύει χώρες), θα εφαρμοστεί από τις αρμόδιες αρχές των χωρών – μελών της ΕΕ, τα έσοδα θα κατευθυνθούν προς το ευρωπαϊκό Ταμείο Καινοτομίας και θα λειτουργήσει ως μοχλός περαιτέρω ενθάρρυνσης τρίτων χωρών για υλοποίηση επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες και ΑΠΕ.
Θα αρχίσει να εφαρμόζεται από 01.10.2023, για έξι κατηγορίες προϊόντων (1. σίδηρος-ατσάλι και προϊόντα αυτών, 2. αλουμίνιο, 3. υδρογόνο, 4. λιπάσματα, 5. τσιμέντο, 6. ηλεκτρισμό). Σύμφωνα με τον τρέχοντα προγραμματισμό :
- κατά την πρώτη φάση διάρκειας μέχρι το 2025, οι εταιρείες που εισάγουν τα εν λόγω προϊόντα στην ΕΕ, έχουν μόνο υποχρέωση ενημέρωσης για τις ποσότητες των εν λόγω προϊόντων που εισάγουν καθώς και για την περιεκτικότητά τους σε άνθρακα (γεγονός που δημιουργεί στις εξαγωγικές εταιρείες τρίτων χωρών πρόσθετο διοικητικό κόστος, κόστος συμμόρφωσης με τις διατάξεις και ανάγκη παροχής υπηρεσιών για βεβαίωση τήρησης των διαδικασιών).
Η δεύτερη φάση ξεκινά τον Ιανουάριο 2026 (και ολοκληρώνεται μετά από 8ετή περίοδο σταδιακής εφαρμογής το 2034) και περιλαμβάνει την αγορά, εκ μέρους των εισαγωγέων
- της ΕΕ[2], πιστοποιητικών CBAM (ταυτόχρονα με σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων ETS).
- Από το 2034 ξεκινά η πλήρης εφαρμογή του CBAM (με πλήρη κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων ΕTS).
Οι επιπτώσεις εφαρμογής του CBAM επί των νοτιοαφρικανικών εξαγωγών εκτιμώνται ως σημαντικές, αφού η ΕΕ αποτελεί σημαντικό εξαγωγικό προορισμό (22% επί συνόλου εξαγωγών το 2022). Σύμφωνα με ανάλυση[3] του έγκριτου οικονομικού Ινστιτούτου Trade and Industrial Policy Studies / TIPS, θα θιχθούν ιδιαίτερα οι τομείς σιδήρου, ατσαλιού, αλουμινίου, πλαστικών, οργανικών χημικών και λιπασμάτων. Η Νότια Αφρική δεν εξάγει ηλεκτρισμό και υδρογόνο (προς το παρόν) στην ΕΕ. Από τον παρακάτω πίνακα, προκύπτει ότι το 7% περίπου των νοτιοαφρικανικών εξαγωγών προς ΕΕ (ή 1,5 δις δολ.) θίγεται από τις διατάξεις του CΒΑΜ.
Σε επίπεδο Αφρικής εκτιμάται ότι εξαγωγές ύψους 7,3 δις δολ. (ή 3,2% των συνολικών εξαγωγών προς ΕΕ ή 0,4% επί του αφρικανικού ΑΕΠ, στοιχεία Μαΐου 2023) βρίσκονται σε κίνδυνο.
Εκ μέρους της Νότιας Αφρικής (αλλά και άλλων αφρικανικών χωρών) υποστηρίζεται ότι ο μηχανισμός CBAM στρεβλώνει το διεθνές εμπόριο (συμφωνίες GATT, TRIPS), επιβαρύνει υπέρμετρα τις αναπτυσσόμενες χώρες στο πλαίσιο αντιμετώπισης αρνητικών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής (…pay for EU’s decarbonization journey[4]), είναι ασύμβατος με διεθνείς κλιματικές συμφωνίες (Paris Agreement), προστατεύει την εγχώρια βιομηχανία της ΕΕ, μειώνει την ανταγωνιστικότητα αφρικανικών επιχειρήσεων κλπ. Ιδιαίτερα οι χώρες BRICS έχουν αντιταχθεί με επιχειρήματα : i. την υπέρμετρη επιβάρυνση των χωρών Νότου (Global South), ii. του κινδύνου μείωσης εξαγωγών προς ΕΕ, iii. της αδυναμίας άμεσης ανακατεύθυνσης εξαγωγών προς άλλες γεωγραφικές περιοχές και έγκαιρης προσαρμογής στις διατάξεις του CBAM.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από την ΕΕ (η οποία βρίσκεται στην προμετωπίδα της προσπάθειας) και άλλες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, ΗΒ) ετοιμάζονται να εισάγουν αντίστοιχη νομοθεσία.
Η Νότια Αφρική, ως χώρα με υπερβολική εξάρτηση από τη χρήση άνθρακα, καλείται να αναπτύξει περισσότερο τις ΑΠΕ και να προχωρήσει σε υλοποίηση φιλόδοξων κλιματικών στόχων (εφαρμογή συστήματος τιμολόγησης εκπομπών άνθρακα, μεταρρύθμιση υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου φορολογίας άνθρακα, τουλάχιστον για τους μεγάλους ρυπαντές πχ. ESKOM, SASOL κλπ.)
Ο τρέχων νοτιοαφρικανικός φόρος άνθρακα[5] ανέρχεται σε περίπου 7 δολ ανά εκπεμπόμενο τόνο Co2 και εκτιμάται να διαμορφωθεί σε 20 δολ. το 2026 και σε 30 δολ. το 2030 (πολύ χαμηλότερα από τα 110 ευρώ στην ΕΕ τo Φεβρουάριο 2023). Η σχετική νομοθεσία ξεκίνησε να εφαρμόζεται τον Ιούνιο 2019 και η πρώτη φάση υλοποίησής της θα ολοκληρωθεί στα τέλη του 2025. Η Νότια Αφρική είναι η μοναδική χώρα σε επίπεδο Ηπείρου, που αναπτύσσει σταδιακά μηχανισμό παρακολούθησης και μέτρησης ανθρακικού αποτυπώματος κατά την παραγωγική διαδικασία[6], (Botswana, Σενεγάλη, Ακτή Ελεφαντοστού και Μαρόκο εξετάζουν το θέμα), ενώ υφίστανται προτάσεις για επέκτασή του στις υπόλοιπες 15 αφρικανικές χώρες της Southern Africa Development Community / SADC.
[1] Την περίοδο 2012-2018 η τιμή ήταν κατά μέσο όρο, μικρότερη των 10 ευρώ ανά τόνο, τον Μάρτιο του 2021 ήταν 40 ευρώ ανά τόνο, το 2022 ήταν 87 ευρώ ανά τόνο ενώ το Φεβρουάριο 2023 εκτιμώνταν σε 110 ευρώ ανά τόνο.
[2] Βλ. https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/BRIE/2022/698889/EPRS_BRI(2022)698889_EN.pdf
[3] Βλ. https://www.tips.org.za/images/Policy_Brief_The_EUs_Carbon_Border_Adjustment_Mechanism_and_implications_for_South_African_Exports_February_2023.pdf
[4] Βλ. https://www.tips.org.za/images/SAs_low_carbon_taxes_will_send_money_to_EU_coffers.pdf
[5] Βλ. https://www.elibrary.imf.org/view/journals/002/2023/195/article-A003-en.xml?ArticleTabs=fulltext
[6] Βλ. https://africanclimatefoundation.org/wp-content/uploads/2023/05/800756-AFC-Implications-for-Africa-of-a-CBAM-in-the-EU-06A-FINAL.pdf




